Ηλεκτρονικο Περιοδικο των Εκπαιδευτηριων Ι. ΤΣΙΑΜΟΥΛΗ

Κλέφτες κι αστυνόμοι

του Σταμάτη Κωνσταντινίδη

Ν’ αγαπᾶς τήν εὐθύνη. Νά  λές:

Ἐγώ μονάχος μου ἔχω χρέος νά σώσω τη γῆς. Ἄν δέν σωθεί, ἐγώ φταίω.

Νίκος Καζαντζάκης, ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Από μικρό παιδί θυμάμαι, παρότι δεν εντάχθηκα ποτέ σε περιθωριακές ομάδες ούτε συναναστράφηκα απόκληρους της ζωής, με γοήτευαν αφάνταστα όλες αυτές οι τσαλακωμένες φιγούρες του υποκόσμου, που τουλάχιστον σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν επί το πλείστον άκακοι και ακίνδυνοι, άνθρωποι που απλώς εξώκειλαν από τον ίσιο δρόμο της ζωής κι έμπλεξαν σε περιπέτειες ενός σκοτεινού και ταλαιπωρημένου βίου. Συνήθως ήταν παιδιά εγκαταλελειμμένων οικογενειών,  που η γονεϊκή αδιαφορία και οι καταστάσεις της ζωής τα οδήγησε άλλα στα ναρκωτικά, αλλά στις μικροκλοπές, άλλα στην πορνεία,  μέχρι που αυτή η περιθωριακή διαβίωση τούς έγινε τρόπος ζωής. Χωρίς να αισθανθούν ποτέ την ανεμελιά της τρυφερής ηλικίας γέρασαν πρόωρα ψυχικά και σωματικά με αλλεπάλληλες κακοποιήσεις και τραύματα που δύσκολα επουλώνονταν στην υπόλοιπη ζωή.

stam1 Τα θυμάμαι πολύ καλά στην παιδική μου γειτονιά αυτά τα πρόσωπα των γραφικών κομπιναδόρων και των καχεκτικών ναρκομανών, καθώς ήταν όλοι δακτυλοδεικτούμενοι, παραδείγματα προς αποφυγήν, που ωστόσο κανείς δεν τους φοβόταν, ούτε τους απέφευγε. Ζούσαν ανάμεσά μας και μάς ήταν μάλλον συμπαθείς – τουλάχιστον εξ αποστάσεως. Σε αυτήν την συμπάθεια και την εξοικείωση με αυτόν τον κόσμο του πεζοδρομίου συνέβαλαν ασφαλώς και τα ρεμπέτικα τραγούδια που από παιδί άκουγα και συχνά περιέγραφαν τα έργα και τις ημέρες αμετανόητων παστρικοχέρηδων. «Η μοίρα μου το έφερε να κλέψω ένα σακάκι» τραγουδούσε ο Ανέστης Δελιάς, που ο ίδιος έφυγε γρήγορα απ’ τη ζωή από τα ναρκωτικά, «κάτω στα λεμονάδικα έγινε φασαρία τρεις λαχανάδες πιάσανε που κάναν την κυρία» ανταπαντούσε ο μικρασιάτης Βαγγέλης Παπάζογλου περιγράφοντας την δράση δαιμόνιων πορτοφολάδων. Όλον αυτόν τον περίεργο κόσμο που τόσο γλαφυρά περιέγραψε ο Νίκος Τσιφόρος στα βιβλία του τον αγάπησα από παιδί και δεν με τρόμαξε ποτέ. Ίσα – ίσα κάποτε μ’ έκανε να γελώ ασυγκράτητα,  όπως στην αριστουργηματική κωμωδία του Μάριο Μονιτσέλι Ο κλέψας του κλέψαντος,  με τους μοναδικούς Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Βιτόριο Γκάσμαν, την εκπάγλου καλλονής Κλαούντια Καρντινάλε και τον ανεπανάληπτο Τοτό, όπου εξιστορείται ο βίος και η πολιτεία μιας συμμορίας επίδοξων διαρρηκτών παντελώς ανίκανων όμως να καταφέρουν την οποιαδήποτε κλοπή.

stam2

Εκείνο το μεσημέρι έφυγα από το σχολείο άρον – άρον. Με ειδοποίησε ο Νίκος – παλαιός μαθητής του σχολείου και νυν φίλος καλός – ότι μας έκλεψαν. Τα σπίτια μας είναι δίπλα – δίπλα σ’ ένα χωριό του νομού Κορινθίας, το Κατακάλι. Ταξιδέψαμε παρέα, σχεδόν αμίλητοι σε όλη την  διαδρομή. Το πρώτο που σκέφτηκα όταν είδα την παραβιασμένη και εντελώς διαλυμένη πίσω πόρτα του σπιτιού μου ήταν τους μικρασιάτες παππούδες και γιαγιάδες μου. Πάντοτε η Μικρασία αποτελεί ορόσημο στην  ζωή μου. Τι φοβερό συναίσθημα η παραβίαση του χώρου και ειδικά όταν συνοδεύεται με λεηλασία και βαρβαρότητα! Οι κλέφτες πάντως μού  φέρθηκαν με το γάντι, αφού το μόνο που έλειπε από το σπίτι ήταν μια τηλεόραση. Σαν να μου ανταπέδιδαν την συμπάθεια.

stam3

Κατά έναν περίεργο τρόπο, όταν πήρε να νυχτώνει, δεν ένιωθα φόβο,  αν και το σπίτι ήταν ορθάνοιχτο. Προσπαθούσα να αναπαραστήσω μέσα μου το συμβάν και κυρίως να διεισδύσω στα άδυτα του ψυχισμού αυτών των ανθρώπων με αντιπαραβίαση των δικών τους προσωπικών δεδομένων. Τους σκεπτόμουν να δρουν εναγωνίως μέσα στο σκοτάδι και αφουγκραζόμουν το δικό τους σκοτάδι, την ερημιά της ψυχής και το υπαρξιακό κενό όπου έχουν βυθιστεί. Τους αναπαριστούσα νοερά να μπαίνουν και να αδειάζουν το σπίτι και συνειδητοποιούσα πόσο άδειοι είναι μέσα τους, καθώς τα κλοπιμαία δεν θα τους χαρίσουν ποτέ εσωτερική αγαλλίαση.

stam4

Τους φανταζόμουν αμίλητους με μαύρες κουκούλες στα πρόσωπά τους και αναλογιζόμουν την τραγικότητα του εν τη σκοτία βίου, αφού το φως είναι αποκαλυπτικό και τυραννικό. Ο κλέφτης φοβάται το φως όχι πρωτίστως για να μη συλληφθεί αλλά γιατί δεν αντέχει την έκθεση στην αλήθεια της ζωής που καλεί σε διάφανες σχέσεις επωνύμων προσώπων χωρίς ανοχή στην συγκαλυπτική ανωνυμία. Ο κλέφτης αποστρέφεται το φως όπως ο διάβολος το λιβάνι, γιατί δεν αντέχει την αποκάλυψη και το αίτημα της αλλαγής. Η αδυναμία του ν’ αλλάξει τον κάνει να θέλει να περνά απαρατήρητος στο σκοτάδι του ζώντας στα έγκατα του ψεύδους που του προσφέρει ασφάλεια και ασυλία. Η μεγαλύτερη τιμωρία του είναι η ίδια του η πράξη, καθώς τον αποκόπτει από την φωτεινή κατάφαση της ζωής και τον καταδικάζει στον πιο σκοτεινό αυτιστικό εγκλεισμό, όπου η συνείδηση αντί να κοινωνεί εχθρεύεται τον άλλον,  τον οποίο αδιακρίτως θεωρεί αντίπαλο που πρέπει να εκδικηθεί και στην συνέχεια κρύβεται στην πιο τέλεια κρυψώνα τής πλέον ανελέητης απομόνωσης,  που με αυτοτιμωρία επέβαλε ο ίδιος στον εαυτό του. Ο διαρρήκτης πριν διαρρήξει υλικά αγαθά έχει διαρρήξει πλήρως κάθε δεσμό με το κοινωνικό σύνολο και πριν συλληφθεί και καταδικαστεί σε δεσμά, είναι ήδη δέσμιος και δεσμώτης της πιο στρεβλής παραμόρφωσης που μετατρέπει την ζωή από εκτυφλωτική συνύπαρξη προσώπων σε οδυνηρή ψευδαίσθηση σκιών. Κατά βάθος πρόκειται για τραγική φιγούρα ενός παραπτωματία,  που μέσα στην πτώση του είναι ήδη ένα πτώμα, καθώς η ζωή έχει νόημα μόνο ως αποθέωση της ανακαλύψεως του συνανθρώπου και διαρκής ψυχική υπερχείλιση των πιο ακριβών και ανιδιοτελών αισθημάτων προς δόξαν του αγνώστου άλλου και όχι ως αφοριστική  αυτοκαταδίκη στο έρεβος ενός υπο-κόσμου  με νεκροζώντανους που μπαινοβγαίνουν από την πίσω πόρτα.   Τί να την κάνεις την έγχρωμη τηλεόραση σε μια ασπρόμαυρη ζωή;

stam5

«Κάποιοι φταίνε, κάποιος φταίει/ μα εύκολο είναι να το βρεις,/ γύφτοι θα ’ναι ή Εβραίοι/ ή ο κύριος κανείς»,  έλεγε ένα τραγούδι που έπαιζε παλιά το ραδιόφωνο. Μου το θύμισε ό,τι ακολούθησε την κλοπή, που ομολογώ πως ήταν πολύ πιο ψυχοφθόρο από το ίδιο το συμβάν. «Γύφτοι είναι σίγουρα» απεφάνθη με απόλυτη βεβαιότητα ο επικεφαλής της σήμανσης καθώς έψαχνε για δακτυλικά αποτυπώματα. «Και γιατί δεν τους πιάνετε, αφού είστε σίγουροι;» του αντέτεινα εκνευρισμένος χωρίς να εισπράξω απάντηση. «Αυτή είναι δουλειά Αλβανών» υπερθεμάτιζε λίγο αργότερα ο θυροπώλης  καθώς μετρούσε τις διαστάσεις για την καινούργια πόρτα. «Τόσοι Αλβανοί μαστόροι που μπήκαν εδώ όταν έφτιαχνες το σπίτι, σίγουρα κάποιος από αυτούς είναι» συνέχισε με την αναιδή πολυπραγμοσύνη του νεοέλληνα. «Εμένα αυτοί όλοι μου φέρθηκαν άψογα, αντίθετα αν κάποιοι με κορόιδεψαν κι έκαναν κακοτεχνίες ήταν Έλληνες» του απάντησα φανερά ενοχλημένος. Άποψη όμως είχε και ο τεχνικός του συστήματος συναγερμού που ορκιζόταν σχεδόν ότι την δουλειά την είχαν κάνει μαύροι. – «Ρώτα και μένα που μένω στα Κατεχόμενα και τους βλέπω κάθε μέρα.» –  «Έχει η Κύπρος μαύρους»; απόρησα. – «Όχι, τον Άγιο Παντελεήμονα εννοώ». – «Μα εδώ το χωριό δεν έχει μαύρους» – «Έχει αλλά δεν φαίνονται!» Διάλογοι κωμικοί και τραγικοί μαζί.

stam6

Την επομένη μέρα στο χωριό αρκετοί με συμβούλευαν ότι έπρεπε να αποταθώ στην  Χρυσή Αυγή γιατί αστυνομία δεν υπάρχει. Λίγο αργότερα έφτανα στο αστυνομικό τμήμα της Κορίνθου, ένα εγκαταλελειμμένο αποκρουστικό  κτήριο που θύμιζε εντός κι εκτός κρατική υπηρεσία κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο αξιωματικός υπηρεσίας χωρίς καν να με κοιτάξει δήλωσε αδυναμία να καταγράψει την κατάθεσή μου καθώς ήταν πολύ απασχολημένος και σχεδόν μού είπε να φύγω! «Ποιοι να ’ναι οι κλέφτες και ποιοι οι πολιτσμάνοι» σκέφτηκα από μέσα μου αλλά δεν του ’κανα την χάρη. Με τα πολλά αποφάσισε να σηκωθεί από την καρέκλα και φώναξε μια βοηθό όπου με ρωτούσε και έγραφε. Όταν σε λίγο μου έδωσε να υπογράψω, πρώτη φορά ένιωσα τόση ντροπή καθώς έβαζα την υπογραφή μου σ’ ένα κείμενο με άθλια ελληνικά που έβριθε συντακτικών λαθών. Ξαφνικά όλη αυτήν την καταθλιπτική σκηνή διαπέρασαν φωνές μιας απρόσμενης κινητικότητας. Έγινα αυτόπτης μάρτυς της προσαγωγής ενός λαθρόχειρα που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω κοντά στην περιοχή μου να κλέβει τσάντες. Δεν ήταν ούτε γύφτος, ούτε Αλβανός, ούτε μαύρος. Ήταν Έλληνας, σεσημασμένος χρήστης ναρκωτικών και γνωστός στις αστυνομικές αρχές. Πιθανώς να είχε σχέση και με την κλοπή στο Κατακάλι.

stam7

Όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά μας ξύπνησαν μέσα μου οι παιδικές μου μνήμες. Θυμήθηκα τα κλεφτρόνια και τους ναρκομανείς της παιδικής μου γειτονιάς. Σε τι να διαφέρει και τούτο το παιδί; Πίσω του σίγουρα κρύβεται καλά ένας ηθικός αυτουργός υπεράνω πάσης υποψίας, είτε κάποιος γονιός που δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί του, είτε κάποιος δάσκαλος που δεν το πλησίασε ποτέ, σκληρά παιδικά χρόνια, μοναξιά, εγκατάλειψη, βία! Σ’ εκείνα τα παιδικά μου χρόνια ένα από τα πολλά παιχνίδια που παίζαμε στις άδειες από αυτοκίνητα γειτονιές ήταν «οι κλέφτες κι οι  αστυνόμοι». Οι ομάδες χωρίζονταν κι εναλλάσσονταν και γινόσουν άλλοτε κλέφτης κι άλλοτε αστυνόμος. Δεν απέχει και πολύ η πραγματικότητα από το παιδικό μας παιχνίδι. Θύτες και θύματα όλοι αλλάζουμε συνεχώς ρόλους. Όλοι κλέβουμε, μα πάντα ο κλέφτης μάς ξεφεύγει γιατί τον ψάχνουμε πάντοτε έξω μας! Ο καθένας κλέβει ό,τι μπορεί: άλλος τα σπίτια, άλλος το κράτος, άλλος την εφορία, άλλος τα ένσημα των εργαζομένων, άλλος τα όνειρα και τις συνειδήσεις  των ανθρώπων. Δεν ξέρω πώς επιμερίζεται η ενοχή ούτε πώς απονέμεται η δικαιοσύνη. Ξέρω όμως ότι,  αν ως κοινωνία δεν περιχωρήσουμε όλους αυτούς τους περιθωριακούς ανθρώπους,  που για την κατάστασή τους είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αποκτήσουμε αλληλεγγύη και κοινωνική συνοχή. Όσα αντικλεπτικά συστήματα κι αν τοποθετήσουμε στα σπίτια μας, θα είμαστε πάντοτε ανασφαλείς, αν δεν θωρακίσουμε την κοινωνία με την διευρυμένη συνείδηση του ανθρώπου που αναλαμβάνει διαρκώς την ευθύνη έναντι των πάντων. Δεν υπάρχει καλύτερος συναγερμός από αυτό!

stam8

Έφυγα βιαστικά απ’ το αστυνομικό τμήμα συνειδητοποιώντας ότι σε λίγο έρχονται τα Χριστούγεννα. Και σκέφτηκα Εκείνον που πρόκειται σε λίγες ημέρες να γεννηθεί,  με πόση μεγαλοσύνη καρδιάς αγκάλιασε όλους τους παραστρατημένους, τους απόκληρους της ζωής, τις πόρνες και τους τελώνες κάνοντάς τους από έσχατους πρώτους και με πόση ταπείνωση έβαλε στην Βασιλεία Του τον ληστή εκείνον,  που μέσα από τα συντρίμμια και τα κουρέλια του έγινε στο τέλος βασιλιάς. Σε όλους αυτούς τους παραπεταμένους, τους κοινωνικά απόβλητους, τους καραβοτσακισμένους, τους αλήτες, οφείλουμε όλοι μας μία ειλικρινή συγγνώμη,  γιατί πρώτοι εμείς τους κατακλέψαμε. Πριν μπουν στα σπίτια μας μπήκαμε πρώτοι στις ψυχές τους και τις λεηλατήσαμε. Πήραμε την αγάπη, την ζεστασιά, την ανθρωπιά, την κατανόηση, καθετί φωτεινό. Κι έτσι άδειοι, χωρίς αισθήματα, σκιές του εαυτού τους, βγαίνουν τα βράδια από την άβυσσό τους και μας τρομάζουν σαν τα φαντάσματα. Στην πραγματικότητα μάς υπενθυμίζουν ότι είναι τα αποπαίδια εκείνα που πετάξαμε σαν περιτρίμματα στους δρόμους καταδικάζοντάς τα στην πιο σκοτεινή επίγεια κόλαση. Ωστόσο, τον καημό του παραδείσου δεν μπορεί κανείς να τούς τον στερήσει, καθώς ο μεγάλος Κριτής αυτού του κόσμου δεν είναι ούτε εισαγγελέας ούτε εξισώνει τους ανθρώπους με τις πράξεις τους. Δεν είμαστε ό,τι πράττουμε, είμαστε ό,τι λαχταρούμε, ό,τι πονούμε, ό,τι συντριβόμαστε. Χριστούγεννα σημαίνουν γέννηση μέσα στον καθένα Εκείνου που θα ανακαινίσει την ελλειμματική ύπαρξή του σκορπώντας αδιακρίτως προς όλους αγάπη,  αμνηστεύοντας το κακό και ανοίγοντας την καρδιά του ακόμη και σε αυτούς που του άνοιξαν το σπίτι.

stam9

Καλά και αληθινά Χριστούγεννα σε όλους!

Ο Σταμάτης Κωνσταντινίδης είναι φιλόλογος εκπαιδευτικός των Εκπαιδευτηρίων  Ι. ΤΣΙΑΜΟΥΛΗ και Διευθυντής του Γενικού Λυκείου.

Advertisements

Tagged as: , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: