Ηλεκτρονικο Περιοδικο των Εκπαιδευτηριων Ι. ΤΣΙΑΜΟΥΛΗ

Τα αρχαία ελληνικά ως παιχνίδι

του Σταμάτη Κωνσταντινίδη

Δύσκολα θα βρούμε κάποιον να θυμάται από τα μαθητικά του χρόνια στο σχολείο το μάθημα των αρχαίων ελληνικών με αγάπη. Στους περισσοτέρους συμβαίνει η ανάμνηση του μαθήματος να είναι συνδεδεμένη με μία σχολαστική εμμονή σε ξερούς τύπους της γραμματικής και του συντακτικού, απονεκρωμένους από την σύγχρονη ζωή, που σαν φαντάσματα τους ταλαιπώρησαν για κάμποσα χρόνια, καθώς υποχρεώνονταν να αποστηθίζουν και μηχανιστικά να αναπαράγουν κάθε φορά που ο φιλόλογος καθηγητής τους εξέταζε. Ευθύνονται άραγε τα αρχαία ελληνικά για την παραπάνω περιγραφή ή μήπως ο τρόπος διδασκαλίας τους,  που εξαντλείται απλώς σε μία διαδικασία απομνημόνευσης χωρίς την γοητεία ενός συναρπαστικού ταξιδιού στον χρόνο με περιπλάνηση και περιπέτεια;

stam1

Είναι προφανές ότι για να κερδίσεις την προσοχή του οποιουδήποτε μαθητή –ιδιαίτερα του σημερινού που δέχεται πληθώρα πληροφοριών – πρέπει να τον πείσεις ότι η ενασχόλησή του με το γνωστικό αντικείμενο αξίζει τον κόπο. Όσο η προτροπή για εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής περιορίζεται σε ηθικοπλαστικά διδάγματα περί των ενδόξων ημών προγόνων ή σε ανέξοδη ρητορεία και αυτοθαυμασμό περί της πλουσιωτέρας γλώσσας στον κόσμο, το αποτέλεσμα θα είναι ατελέσφορο, καθώς δεν θα απαντά στο ουσιώδες ερώτημα: γιατί να μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά; Σε τι αφορούν την δική μας ζωή τύποι της γραμματικής και του συντακτικού που έχουν σιγήσει και έχουν μετεξελιχθεί σε μία καινούργια (;) γλώσσα; Είναι όμως στ’ αλήθεια τόσο διαφορετική η σημερινή γλώσσα από αυτήν των αρχαίων;

stam2

Για να απαντήσει κανείς στο πολύ εύλογο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να διασαφηνίσει εξαρχής την ειδοποιό διαφορά της ελληνικής γλώσσας από τις υπόλοιπες, που συνίσταται στο γεγονός ότι τα ελληνικά είναι γλώσσα κατ’ εξοχήν νοηματική με πρωτογενή και άμεση σύνδεση των λέξεων με τα  νοήματα και τις σημασίες τους. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική γλώσσα δεν λειτουργεί απλώς ως μία αναμετάδοση πληροφοριών δίκην κωδικών σημάτων αλλά παραπέμπει σε βαθύτερα νοήματα τα οποία προάγουν την σκέψη, ενισχύουν τον στοχασμό και διαπλάθουν τις συνειδήσεις. Με άλλα λόγια η γλώσσα δεν αποτελεί ένα απλό μέσο συνεννοήσεως των ανθρώπων για πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητάς τους αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις εκείνες για την μεταμορφωτική πορεία του καθενός από το ατομικό σκοτάδι της άγνοιάς του προς το σαρωτικό φως μιας κοινής γλωσσικής εμπειρίας που αποτυπώνεται σε λέξεις και δεν δηλώνει τίποτε άλλο παρά την αγωνία και τον αγώνα του ανθρώπου για αγωγή, δηλαδή πολιτισμό. Δεδομένου μάλιστα – και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο – ότι η νέα ελληνική γλώσσα στηρίζεται σε λήμματα που λαμβάνει κατ’ ευθείαν από την αρχαία, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι η άποψη για μία δήθεν εντελώς διαφορετική γλώσσα από την σημερινή, ελέγχεται ως ανακριβής. Κάθε σύνθετη λέξη της νέας ελληνικής επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, καθώς προφανώς το ὕδωρ έγινε νερό αλλά παρέμειναν το υδραγωγείο, η υδρόγειος, ο υδραυλικός, η ενυδάτωση (από το θέμα της γενικής του ὕδατος) και η αφυδάτωση. Ομοίως το πῦρ άλλαξε σε φωτιά,  όχι όμως και ο πυροσβέστης, ο πύραυλος, το πυροβόλο, τα πυρομαχικά και ο πυρίμαχος. Η ναῦς έδωσε την θέση της στο καράβι, έμεινε όμως ο ναυτικός, η ναυσιπλοΐa, ο ναυαγός, ο ναύαρχος, το ναυπηγείο αλλά και από τα άλλα θέματα της λέξης το νεώριο, η νηοπομπή, και το νηολόγιο. Η αρχαία λέξη ἧλος (=το καρφί ) σίγησε – σώζεται βέβαια στην ευαγγελική φράση ἐπί τον τύπον  τῶν ἥλωνμένει όμως η προσήλωση και το καθηλώνω. Η χείρ μετεξελίχθηκε σε χέρι, στις σύνθετες όμως λέξεις κάνουμε λόγο για χειροκρότημα, χειροφίλημα, χειρολαβή, χειροποίητο και χειροπιαστό, χειρουργό και εγχείρηση αλλά και ρολόι χειρός και όχι χεριού. Τα παραδείγματα ασφαλώς είναι ανεξάντλητα και πιστοποιούν απολύτως την σύνδεση των αρχαίων με τα νέα ελληνικά εις τρόπον τέτοιο, ώστε να πείθεται και ο πλέον δύσπιστος ότι η ελληνική γλώσσα είναι κοινή, ενιαία και αδιαίρετη.

stam3

Το κρίσιμο ωστόσο σημείο – για να επανέλθω – είναι η κατανόηση ότι η γλώσσα  δεν μας πληροφορεί απλώς αλλά μας μαθαίνει να σκεπτόμαστε και μας καλεί  σε προσωπικές αξιολογήσεις των πραγμάτων, σε διαρκή αναζήτηση αξιών και σημασιών. Όταν επομένως η κάθε λέξη δεν είναι ένας απλός ήχος αλλά η αντήχηση ενός νοήματος υποχρεούμεθα κάθε φορά σε αναστοχασμό και επανατοποθέτηση, διότι αλλιώς κινδυνεύουμε η λέξη άλλο να σημαίνει και άλλο εμείς να καταλαβαίνουμε αλλοιώνοντας και παραφθείροντας το νόημα λόγω δικής μας πνευματικής αδυναμίας να εννοήσουμε, δηλαδή να κατανοήσουμε την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Αν για παράδειγμα δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η λέξη σχολείο προέρχεται από την λέξη σχόλη που σημαίνει ελεύθερος χρόνος, δεν θα καταρτίσουμε ποτέ εκπαιδευτικά προγράμματα που θα παρέχουν την δυνατότητα για εξωσχολικές δραστηριότητες, αντιθέτως θα δημιουργούμε αποπνικτικά ωράρια που θα συνθλίβουν την προσωπικότητα των παιδιών. Εάν δεν κατανοήσουμε ότι η λέξη Λύκειο σχετίζεται με το αρχαιοελληνικό λύκη (= φως, βλ. λυχνάρι, λυκόφως κλπ.) δεν θα ιεραρχήσουμε ως προτεραιότητα μία παιδεία φωταγωγό των συνειδήσεων αλλά θα μετατρέπουμε το Λύκειο σε ένα καταθλιπτικό εξεταστικό κέντρο, που αντί να ανατρέφει ελεύθερους πολίτες θα εκτρέφει εξαγριωμένους λύκους. Εάν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι η λέξη επιστήμη παράγεται από  το ρήμα ἐπίσταμαι (= γνωρίζω καλά) και η λέξη φοιτητής από  το αντίστοιχο φοιτῶ (= συχνάζω), τότε κανείς εκπαιδευόμενος νέος δεν θα νιώσει την ανάγκη να κατακτήσει με επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών του και οι φοιτητές αντί να συχνάζουν στις σχολές τους θα τις κλείνουν με καταλήψεις παρεπιδημώντας αποκλειστικώς σε καφετέριες και σπουδάζοντας οίκοθεν. Ομοίως, εάν ο πολίτης που απέχει από τα κοινά δεν αντιλαμβάνεται ότι η ιδιώτευσή του αυτή τον κάνει ιδιώτη, δηλαδή πλήρως απαξιωμένο και έκπτωτο στις συνειδήσεις των συμπολιτών του, καθώς η λέξη έφερε από την αρχαιότητα ήδη αρνητικό πρόσημο, δεν θα γίνει ποτέ ενεργός πολίτης με ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα κοινά. Προς τούτοις, όταν ο υπουργός αδυνατεί να κατανοήσει ότι το αξίωμά του είναι πρωτίστως λειτούργημα, αφού η λέξη σημαίνει αυτόν που ευρίσκεται υπό την ευθύνη  κάποιου έργου, δεν θα παρέχει τις υπηρεσίες του με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση ακόμη,  για το κοινό καλό,  αλλά αυθαιρέτως θα ταυτίζει το υπούργημά του με την διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, την προσωπική ανάδειξη και το ίδιον συμφέρον, ενώ, όταν τέλος οι συζητούντες δεν σκέπτονται ότι συζητώ δεν σημαίνει μιλώ ή έστω επιχειρηματολογώ, αλλά πρωτίστως αναζητώ μαζί με άλλους, δεν θα πραγματοποιήσουν  ποτέ ουσιαστικούς διαλόγους επί τη βάσει της διαλεκτικής αλλά θα φωνασκούν με παράλληλους μονολόγους , χωρίς να αναζητούν  σημεία σύγκλισης, επιδεικνύοντας άμετρη έπαρση δοκησισοφίας και τυφλωτική αμετροέπεια.

stam4

Τα παραδείγματα που σταχυολόγησα  παραπάνω είναι ενδεικτικά για να κατανοήσουμε ότι η μύηση στην αρχαία ελληνική γλώσσα είναι εμβάθυνση στον κόσμο των σημασιών και των νοημάτων, αντιθέτως η χρησιμοποίηση λέξεων χωρίς την κατανόηση του σημαινομένου τους, τις καθιστά κενές νοημάτων και δημιουργεί διχασμούς και ρήγματα τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, καθώς, άλλα κανείς λέει και άλλα εννοεί. Είναι μάλιστα τόσο ισχυρή στα ελληνικά η σύνδεση του υλικού μέρους της γλώσσας, δηλαδή των λέξεων,  με το πνευματικό,  δηλαδή του νοήματος, που είναι αδύνατον να αυτονομήσουμε το ένα από το άλλο, καθώς κάθε λέξη ζωντανεύει μνήμες, ενεργοποιεί συναισθήματα, παράγει εικόνες,  εγείρει συγκινήσεις και διοχετεύει την ενέργειά της παντού, στο μυαλό, την ψυχή και το σώμα! Τα ελληνικά είναι γλώσσα που ταυτοχρόνως κανείς τα μιλά, τα ακούει, τα βλέπει, τα οσφραίνεται, τα γεύεται και τα νιώθει να τον διαπερνούν ολόκληρο δίκην ηλεκτρικού ρεύματος,  εις τρόπον ώστε να γίνονται πάθος. Πριν αρθρώσω τα ελληνικά πάσχω από αυτά, καθώς λόγος, σκέψη, αίσθημα και σώμα εναρμονίζονται σε τελετουργική διαλεκτική σχέση και αναδύουν από βαθέα έγκατα αιώνων λέξεις εκπάγλου ωραιότητος και μυστηριακής ακριβείας που ξετυλίγονται μυσταγωγικά για να αποκαλύψουν και να  φωτίσουν σημασίες (το φημί έλκει την καταγωγή του από το φῶς) και να φανερώσουν την αιώνια  ομορφιά. Έτσι, προφέρω νοσταλγία και ήδη αισθάνομαι βαθιά μέσα μου ψυχικά και σωματικά τον πόνο του γυρισμού στην πατρίδα, λέω κινηματογράφος και περνούν από μπροστά μου γρήγορα και αργά πλάνα, εκφέρω θέατρο και βλέπω ήδη την παράσταση, ζητοκραυγάζω δημοκρατία και ακούω τους ρήτορες στην συνέλευση του λαού, ψιθυρίζω δυόσμος (ηδύοσμος) και μυρίζω την γλυκιά του ευωδιά, δοκιμάζω να πω θάλασσα και γεύομαι στα χείλη την αλμύρα, μιλώ για κοιμητήριο και ακούω την παντοτινή ειρήνη των κεκοιμημένων, φέρνω στον νου μου λεωφορείο και αναπαριστώ τον συνωστισμό του κόσμου, σκέφτομαι άγαλμα και αναρριγώ από την αγαλλίαση για την ένδοξη πράξη αυτού που μνημειώνεται στο θάμβος του γλυπτού, – κάποτε μάλιστα έγραφα κῦμα και απεικόνιζα επάνω στην λέξη την ίδια την ανάλαφρη κίνηση του κύματος! Δεν γνωρίζω άλλη γλώσσα στον κόσμο να συναιρεί τόσο αρμονικά τον ορθό λόγο με τον μύθο, την επιστήμη με την ποίηση, την απόλυτη λογική με την άναρχη φαντασία! Δεν γνωρίζω άλλη γλώσσα στον κόσμο  με τόσην άφατη ομορφιά που κόβει την ανάσα!

stam5

Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η γλωσσική σπουδή είναι έργο ζωής και μας αφορά όλους ανεξαιρέτως, αφού όσο πλουσιώτερα κατακτά κανείς τους εκφραστικούς μηχανισμούς, τόσο πλατύτερα και βαθύτερα σκέπτεται διευρύνοντας τους πνευματικούς του ορίζοντες και ολοκληρώνοντας την προσωπικότητά του ως υπεύθυνος πολίτης. Είναι αφέλεια να θεωρεί κάποιος ότι η μαθητεία στην γλώσσα αφορά μόνον φιλολόγους, διότι η γλώσσα αποτελεί κοινό εργαλείο σκέψης και κοινή κληρονομιά που εκπολιτίζει διά βίου, όπως αντιστοίχως και η εντρύφηση στον υπέροχο κόσμο των μαθηματικών κληροδοτεί στον μη εξειδικεύομενο όχι την δυνατότητα να θυμάται εφ’ όρου ζωής την επίλυση τριωνύμων ή την παραγοντοποίηση αλλά την μαθηματική σκέψη,  που στον καθημερινό βίο συμβάλλει  στην κατάκτηση του ορθού λόγου και της κοινής λογικής.

Το ζητούμενο ασφαλώς αφορά στον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος και το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο, τουναντίον προϋποθέτει έμπνευση, γνώσεις και ενθουσιασμό. Το μάθημα πρέπει να συνδεθεί οπωσδήποτε με τον οικείο κόσμο των παιδιών, που πρώτα πρέπει να αντιληφθούν ότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα με την φυσική εξελικτική της πορεία στον χρόνο, και στην συνέχεια, αφού διαπιστώσουν από την καθημερινή τους εμπειρία,  του λόγου το αληθές, σιγά – σιγά μπορούν να εμβαθύνουν στην τυπολογία και τους κανόνες υπό τον αυτονόητο όρο βεβαίως ότι όλα αυτά συνδέονται και υπηρετούν ένα ολοκληρωμένο κειμενικό νόημα και πάντοτε με την σοβαρή διάκριση, που δυστυχώς λείπει, ότι δεν προσφέρεται ο ποιητικός λόγος επί παραδείγματι για συντακτική ανάλυση! Όση  αχαλίνωτη φαντασία και να διαθέτει κανείς, δεν νομίζω ότι μπορεί να φαντασθεί τον φιλόλογο του μέλλοντος να διδάσκει την «Ιθάκη»  του Καβάφη ξεκινώντας με την παρατήρηση ότι το «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη» είναι μία χρονικοϋποθετική  πρόταση και το «για την Ιθάκη» ένας εμπρόθετος προσδιορισμός της κίνησης προς τόπο!

stam6

Με την ζώσα γλωσσική εμπειρία τα παιδιά μπορούν να κατανοήσουν ότι οι παθητικοί αόριστοι είναι εν χρήσει και σήμερα, καθώς γνωρίζουν από τα κινητά τους τηλέφωνα ότι το μήνυμα ελήφθη και εστάλη. Καταλαβαίνουν λοιπόν ότι το εξεπλάγην είναι απείρως πιο καλαίσθητο από το εκπλήχτηκα, το αυτοκίνητο που παρεξετράπη της πορείας του πιο εύηχο από το παρεκτράπηκε  και οι ναυαγοί που περισυνελέγησαν ευρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτούς που περισυλλεχτήκαν. Ομοίως σώζονται τύποι του Β΄ Αορίστου,  όπως το ἥμαρτον, που παραμένει και σήμερα ως δηλωτικό αναγνώρισης λάθους αλλά και το ἐξέλιπε για κάτι που πέρασε και δεν λέγεται στα νέα ελληνικά διαφορετικά, ή  ο παραλαβών, γι’ αυτόν που παραλαμβάνει και κατισχύει ως ασυγκρίτως πιο εύρωστος τύπος  από το παραλαβόντας. Το μην ομιλείτε, κάνε κράτει, πληροί τις προϋποθέσεις, ο αιτών και ο δηλών – και όχι ασφαλώς ο αιτούντας και ο δηλούντας – είναι μια καλή εισαγωγή για τα συνηρημένα ρήματα, τα  εν πάση περιπτώσει, άλμα επί κοντώ, δόξα τω Θεώ, συν τοις άλλοις, τοις μετρητοίς, εν λευκώ, εν κρυπτώ, εν βρασμώ, εξαιρετική ευκαιρία να μιλήσει κανείς για την δοτική πτώση που επίσης δεν εξέλιπε από την γλώσσα, ενώ η ακουστική παρανόηση ανάμεσα στο έκλεγαν αντί του εξέλεγαν αποστομωτική απάντηση για την χρησιμότητα της αύξησης, που διασφαλίζει σε πολλές περιπτώσεις ηχητική ευεξία, μετρική επάρκεια και νοηματική πληρότητα.  Τέλος – για να ολοκληρώσω την ενδεικτική αυτή δειγματοληψία – τα παρήγγειλε, υπέγραψε, παρέλαβε κ.λ.π. που κάποτε ακούγονται και από σοβαρά χείλη, αποτελούν θαυμάσια  αφορμή για να υπενθυμίσει κανείς  ότι η προστακτική δεν παίρνει ποτέ αύξηση. Σίγουρα πάντως το μάθημα πρέπει να εμπλουτισθεί με παράλληλες αναγνώσεις, ώστε οι μαθητές να αντιληφθούν ότι η γλωσσική  επάρκεια δεν είναι αυτοσκοπός αλλά υπηρετεί την παρακολούθηση των πιο λεπτών και υπόρρητων νοηματικών αποχρώσεων. Η αλαζονεία των Αθηναίων για παράδειγμα και η ήττα τους στον πελοποννησιακό πόλεμο,  όπως περιγράφεται στα Ελληνικά του Ξενοφώντος, πρέπει να εξετασθεί από κοινού με ανάλογες συμπεριφορές λαών, όπως και ο κερκυραϊκός εμφύλιος ιστορημένος από τον Θουκυδίδη, πρέπει να αντιπαραβληθεί με συγχρόνους του εμφυλίους πολέμους,  ώστε να καταδειχθεί η ωμότης κάθε αδελφοκτονίας και να αντιληφθούν οι μαθητές την παθολογία των πολιτευμάτων, όταν επικρατεί η μισαλλοδοξία και ο αμοραλισμός.

stam7

Η σοφία της γλώσσας μάς υπαγορεύει μόνη της τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε. Αν η παιδεία δεν γίνει παιχνίδι για τα παιδιά που θα τους προκαλεί χαρά, δεν θα μάθουν ποτέ, αντιθέτως θα χασμώνται όλο και περισσότερο και θα παραδίδονται αμαχητί στην αδιαφορία και την πνευματική νωθρότητα. Αυτό που λείπει σήμερα είναι το μεράκι, ο ἵμερος  που έλεγαν οι αρχαίοι, δηλαδή ο πόθος για τα πράγματα. Η γλωσσική διδασκαλία πρέπει πρωτίστως να είναι καθημερινό παιχνίδι για την τάξη με φαντασία και χιούμορ, ώστε  να οδηγεί τα παιδιά στην αναζήτηση και την έμπνευση. Τα ελληνικά είναι γλώσσα ατερμάτιστη, μπορούμε επομένως να προβαίνουμε σε συνεχή λεξιπλασία κατά το παράδειγμα των λογίων του 19ου αιώνος που εισέφεραν στο γλωσσικό ταμείο περί τις 60.000 ολοκαίνουργιες λέξεις (ποδήλατο, υποβρύχιο, ταχυδρομείο, εφημερίδα, νοσοκομείο…) αντικαθιστώντας τουρκικές ή ενετικές και ονοματοδοτώντας νέες τεχνολογικές και επιστημονικές ανακαλύψεις. Μπορούμε κάλλιστα και εμείς να αθλοθετούμε διαγωνισμούς για την απόδοση ξένων λέξεων στα ελληνικά, ώστε να εμπλουτίζεται η γλώσσα μας με την απαράμιλλη φαντασία και το δαιμόνιο ταλέντο των εφήβων, που, αν τους κεντρίσουμε, κάνουν θαύματα! Ακόμη και τα πιο ευτελή τραγούδια, τα κατά κόσμον «σκυλάδικα» ή κυνοάσματα επί το αρχαιότερον,  μπορούμε να μεταφράσουμε μετατρέποντας το μάθημα σε ξέφρενο βακχικό κορυβαντισμό. Το «εἰς τον πάππον ἐλθέ/ ὅστις πάντα ἔχει/ καί μή ἀλλοῦ ἰδέ» είναι ένα μόνο παράδειγμα που δείχνει πώς μέσα από τον ευτράπελο λόγο μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά τον κανόνα για τον  τόνο που κατ’ εξαίρεσιν κατεβαίνει στην λήγουσα στο ἰδέ και ἐλθέ  και να το θυμούνται για πάντα.

stam8

Όταν οι μαθητές συνειδητοποιήσουν ότι η πολυτυπία των ελληνικών είναι ευλογία και συγκριτικό πλεονέκτημα για την γλώσσα μας, είναι βέβαιο ότι μόνοι τους θα επιζητούν περισσότερες ώρες διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και θα αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε λαϊκιστική γλωσσική απλούστευση,  που μοιραία οδηγεί σε συρρίκνωση της σκέψης και σε πνευματικό μαρασμό. Τότε θα ακούμε και ελληνικά καλύτερα από τα σημερινά, καθώς θα μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στο αδιάκριτα και το αδιακρίτως, το άμεσα και το αμέσως, το έκτακτα και το εκτάκτως, δεν θα φοβόμαστε να χρησιμοποιούμε τύπους όπως ο επιστήμων και ο σώφρων αντί του ισοπεδωτικού σώφρονας, θα διατηρούμε τους αναντικατάστατους λογίους τύπους όπως του βαρέος και οι βαρείς απαξιώνοντας τα εξαμβλωματικά του βαριούκαι οι βαριοί, θα κατεβάζουμε τον τόνο σωστά στην γενική για να εξασφαλίζεται η μουσικότης, όπως του πανεπιστημίου και όχι του πανεπιστήμιου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι των ανθρώπινων, και θα είμαστε σε θέση τέλος να διαβάζουμε τα ποιήματα του Κάλβου, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα μυθιστορήματα του Ροΐδη, την ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη και τους πολιτικούς λόγους του Ελευθερίου Βενιζέλου, που κάθε μεταφραστική προσπάθεια για απλή απόδοση του νοήματός τους συνιστά ιεροσυλία, καθώς αποσπά το νόημα από το αίσθημα των λέξεων και την ιστορικότητά τους με αποτέλεσμα να χάνεται μεγάλο μέρος της ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα στον αναγνώστη και το ανάγνωσμα. Στο ανυπέρβλητο μεγαλείο των ελληνικών κάθε προσπάθεια για γλωσσικές εκπτώσεις είναι παιχνίδι με ζαβολιές. Παιχνίδι ἐν οὐ παικτοῖς.

Ο Σταμάτης Κωνσταντινίδης είναι φιλόλογος εκπαιδευτικός των Εκπαιδευτηρίων  Ι. ΤΣΙΑΜΟΥΛΗ και Διευθυντής του Γενικού Λυκείου.

Advertisements

Tagged as: , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: